Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Υπάρχει αθανασία;
Και ο Οδυσσέας και ο Ηρακλής δίνουν τις δικές τους απαντήσεις μέσα από την Ελληνική Μυθολογία με προσωπική κατάθεση ψυχής και άθλων στη δική τους καταπληκτική αλληγορική μυθιστορία.
Ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη με τη βοήθεια της Κίρκης, βλέπει τις σκιές και συνομιλεί με το Μάντη Τειρεσία και από το θάνατο του, παίρνει σοφές συμβουλές.
Δεν αρνείται τον θάνατο ο Οδυσσέας σαν τον Σίσυφο, δεν ξεγελά τον Άδη, ανεβαίνει στον πάνω κόσμο από το κάτω προσωπικό του υποσυνείδητο, αφού έχει εξερευνήσει τη σκιά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην άβυσσο και χρησιμοποιώντας την σεξουαλική του ενέργεια πια, προσεκτικά.
Ποια είναι η καλυπτοφόρα "νύμφη" θέα που του τάζει την Αθανασία και πλαγιάζει μαζί του ταΐζοντας τον με την αμβροσία και θεία κοινωνία;
Είναι η Καλυψώ, η μοναχική και ηλικιωμένη γηραιά, κόρη του Άτλαντος που κοντά της τον κρατά καταχρηστικά σε μοναχικά κελιά του Βατικανού και Άγιου Όρους και του υπόσχεται την Αθανασία με μαγική τελετουργία.
Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να φύγει από αυτή την την δεσμευτική αγάπη ΦΥΛΑΚΗ.
Η Καλυψώ εν ονόματι της αγάπης τον διεκδικεί, αλλά καμία αγάπη δεν μπορεί την ελευθερία του ανθρώπου, να καταργεί.
Ο Οδυσσέας αποχωρεί από τη νήσο της Ωγυγίας με του Ερμή, την ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Δεν θέλει να είναι Αθάνατος με αυτό τον τρόπο. Δεν φοβάται τον θάνατο. Προτιμά να είναι άνθρωπος και να συνεχίσει την διαδρομή για μία Αθανασία που νιώθει πως έχει κατακτηθεί, από την εποχή περπάτησε σε αυτή την όμορφη γη, ως όρθιος άνθρωπος και HOMO SAPIENS στη μεταατλαντική εποχή
Αυτή είναι η απάντησή του στη Καλυψώ με λόγια πτερόεντα, θαρρετά στη ραψωδία ε ομηριστί
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Υπάρχει αθανασία;
Και ο Οδυσσέας και ο Ηρακλής δίνουν τις δικές τους απαντήσεις μέσα από την Ελληνική Μυθολογία με προσωπική κατάθεση ψυχής και άθλων στη δική τους καταπληκτική αλληγορική μυθιστορία.
Ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη με τη βοήθεια της Κίρκης, βλέπει τις σκιές και συνομιλεί με το Μάντη Τειρεσία και από το θάνατο του, παίρνει σοφές συμβουλές.
Δεν αρνείται τον θάνατο ο Οδυσσέας σαν τον Σίσυφο, δεν ξεγελά τον Άδη, ανεβαίνει στον πάνω κόσμο από το κάτω προσωπικό του υποσυνείδητο, αφού έχει εξερευνήσει τη σκιά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην άβυσσο και χρησιμοποιώντας την σεξουαλική του ενέργεια πια, προσεκτικά.
Ποια είναι η καλυπτοφόρα "νύμφη" θέα που του τάζει την Αθανασία και πλαγιάζει μαζί του ταΐζοντας τον με την αμβροσία και θεία κοινωνία;
Είναι η Καλυψώ, η μοναχική και ηλικιωμένη γηραιά, κόρη του Άτλαντος που κοντά της τον κρατά καταχρηστικά σε μοναχικά κελιά του Βατικανού και Άγιου Όρους και του υπόσχεται την Αθανασία με μαγική τελετουργία.
Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να φύγει από αυτή την την δεσμευτική αγάπη ΦΥΛΑΚΗ.
Η Καλυψώ εν ονόματι της αγάπης τον διεκδικεί, αλλά καμία αγάπη δεν μπορεί την ελευθερία του ανθρώπου, να καταργεί.
Ο Οδυσσέας αποχωρεί από τη νήσο της Ωγυγίας με του Ερμή, την ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Δεν θέλει να είναι Αθάνατος με αυτό τον τρόπο. Δεν φοβάται τον θάνατο. Προτιμά να είναι άνθρωπος και να συνεχίσει την διαδρομή για μία Αθανασία που νιώθει πως έχει κατακτηθεί, από την εποχή περπάτησε σε αυτή την όμορφη γη, ως όρθιος άνθρωπος και HOMO SAPIENS στη μεταατλαντική εποχή
Αυτή είναι η απάντησή του στη Καλυψώ με λόγια πτερόεντα, θαρρετά στη ραψωδία ε ομηριστί
«πότνα θεά, μή μοι τόδε χώεο: οἶδα καὶ αὐτὸς
πάντα μάλ᾿, οὕνεκα σεῖο περίφρων Πηνελόπεια
εἶδος ἀκιδνοτέρη μέγεθός τ᾿ εἰσάντα ἰδέσθαι:
ἡ μὲν γὰρ βροτός ἐστι, σὺ δ᾿ ἀθάνατος καὶ ἀγήρως.
ἀλλὰ καὶ ὣς ἐθέλω καὶ ἐέλδομαι ἤματα πάντα
«Θεά σεβάσμια, μη μου οργίζεσαι᾿ κι εγώ καλά το ξέρω᾿
αλήθεια, η Πηνελόπη η φρόνιμη δε δύναται ποτέ της
στην ομορφιά και στο παράστημα να παραβγεί μαζί σου᾿
τι είναι θνητή, μα εσύ κι αθάνατη κι αγέραστη φαίνεσαι.
Μα κι έτσι θέλω κι ακατάπαυτα με δέρνει ο πόθος, πίσω
220
οἴκαδέ τ᾿ ἐλθέμεναι καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι.
εἰ δ᾿ αὖ τις ῥαίῃσι θεῶν ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
τλήσομαι ἐν στήθεσσιν ἔχων ταλαπενθέα θυμόν:
ἤδη γὰρ μάλα πολλὰ πάθον καὶ πολλὰ μόγησα
κύμασι καὶ πολέμῳ: μετὰ καὶ τόδε τοῖσι γενέσθω.»
να στρέψω, την ημέρα κάποτε να ιδώ του γυρισμού μου.
Κι αν τύχει πάλε και με τσάκιζε θεός στο πέλαγο μέσα,
βασταγερή καρδιά στα στήθια μου κρατώ και θα βαστάξω.
Πολλά έχω πάθει ως τώρα βάσανα κι έχω πολύ μοχθήσει
και σε πολέμους και σε θάλασσες· ας γίνει κι αυτό με τ᾿ άλλα!»
225
Αστραία ©©
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Be simple